Λύχνος εις τους πόδας μου είναι ο λόγος Σου, και φώς εις τας τρίβους μου
Κυριακή,  1-8-2010
Αναζήτηση στην Καινή Διαθήκη:
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
 
Λεξικό:


Ελληνική Αρίθμηση
Μετάφραση Εβραϊκών Λέξεων - Ονομάτων
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ ΛΕΞΙΚΟ
 

  Το "Λεξικό Καινής Διαθήκης" είναι βασισμένο στη μετάφραση της Αγίας Γραφής από το αρχέτυπο στην καθαρεύουσα από τον κληρικό και καθηγητή του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών Νεοφύτου Βάμβα.

 

Α - Β - Γ - Δ - Ε - Ζ - Η - Θ - Ι - Κ - Λ - Μ - Ν - Ξ - Ο - Π - Ρ - Σ - Τ - Υ - Φ - Χ - Ψ - Ω
¶βυσσος   ο χωρίς βυθό,(βυσσός -> βυθός)
Αγαθοποιώ   πράττω καλό, ευεργετώ
Αγαθοσύνη   αρετή, χρηστότητα, καλοσύνη
Αγενής   (α + γένος) αυτός που κατάγεται από άσημους
¶γιος   (άγος -> εξάγνιση), ιερός, όσιος, σεμνός
Αγνίζω   καθαρίζομαι εσωτερικά (ηθικά)
¶γρα   ψάρεμα, αλιεία, κυνήγι
Αγρυπνώ   δεν κοιμάμαι, προσέχω, επαγρυπνώ
Αδηλότητα   αβεβαιότητα
Αδιάλειπτος   αυτός που δεν διακόπτεται
Αδιάλλακτος   αυτός που δεν συμφιλιώνεται
Αδιάφθορος   αυτός που δεν έχει διαφθαρεί, ακέραιος
Αθέμιτος   αυτός που δεν είναι νόμιμος, παράνομος
Αθετώ   παραβαίνω, καταπατώ (όρκο-νόμο-υπόσχεση)
Αθυμώ   στεναχωρούμαι, λυπούμαι
Αίγες   κατσίκες, γίδες
Αΐδιος   αδιάλειπτος, αιώνιος, παντοτινός
Αιδώς   ντροπαλότητα
Αίνεση   εξύμνηση, έπαινος, εγκώμιο
Αίρεση   (->αίρω), υποβαστάζω, αφαιρώ, σηκώνω
Αισχύνομαι   αισθάνομαι ντροπή για πράξεις μου
Ακόρεστος   αχόρταγος, ανικανοποίητος, άπληστος
Ακούσιος   αυτός που δεν έχει πρόθεση - θέληση
Ακροβυστία   μετ. ο απερίτμητος, ο μη Ιουδαίος, τα έθνη
Ακώλυτος   ανεμπόδιστος, ελεύθερος
Αλάβαστρο   ημιδιαφανής λίθος κατάλληλος για αγγεία
Αλαλάζω   κραυγάζω από ενθουσιασμό ή λύπη
Αλέκτωρ (ο)   κόκορας, πετεινός
Αλαζονεία   καύχηση, υπερηφάνεια, έπαρση
Αλληγορία   έκφραση με λόγο η με εικόνα ιδεών οι οποίες δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές, που υπονοούνται
Αλλότριος   αυτός που ανήκει σε άλλον, ξένος
Αλώπηξ (η)   αλεπού
¶λωση   κατάκτηση, εκπόρθηση, κυρίευση
Αμάραντος   αυτός που δεν μαραίνεται, αιώνιος
Αμαύρωση   απώλεια της λάμψης, της αίγλης
Αμελώ   αδιαφορώ, παραμελώ, ξεχνώ
¶μεμπτος   αυτός που δεν έχει κατηγορία
Αμερόληπτος   αυτός που δεν χαρίζεται, δεν παίρνει το μέρος κανενός
Αμεταμέλητος   ο αμετανόητος
Αμίαντος   αυτός που δεν έχει μιαθεί, πνευματικά & σαρκικά
Αμόλυντος   αυτός που διατήρησε την ηθικότητά του, απέφυγε πνευματικό ή σαρκικό μολυσμό
Αμφότεροι   και ο ένας και ο άλλος, και οι δύο
Αναβρύω   πηγάζω , αναβλύζω, ξεχύνομαι, αναζωογονώ
Αναζωπυρώνω   ξανανάβω, εμψυχώνω, αναζωογονώ
Αναζωσθέντες   (ζώννυμαι -> ετοιμάζομαι για μάχη) ετοιμασμένοι για μάχη
Αναθάλλω   ξανανθίζω, ξαναβλαστάνω
Ανάθεμα   κατάρα, αφορισμός
Αναιρώ   ανατρέπω ισχυρισμό ή κατηγορία
Ανακαίνιση   ανανέωση, αναμόρφωση
Αναντίρρητος   αυτός που δεν δέχεται αντίρρηση
Αναπολόγητος   ασυγχώρητος, ανίκανος να απολογηθεί
Αναστρέφω   γυρίζω προς τα πίσω, αναποδογυρίζω
Αναφύω   φυτρώνω
Ανδραποδιστής   αυτός που υποδουλώνει
Ανδρίζομαι   φέρομαι σαν άντρας
Ανέγκλητος   ακατηγόρητος, άμεμπτος, αθώος
Ανεκλάλητα   αυτά που δεν λέγονται, ανείπωτα
Ανεξιχνίαστος   αυτός που δεν εξιχνιάζεται, ανεξακρίβωτος
Ανεπίδεκτος   αυτός που δεν μπορεί να δεχτεί κάτι
Ανήλεος   αυτός που δεν ελεεί, ο χωρίς έλεος
Ανήμερος   άγριος, δύστροπος
Ανθίσταμαι   αντιστέκομαι, εναντιούμαι
Ανθρακιά   σωρός από αναμμένα κάρβουνα
Ανθρωπάρεσκος   αυτός που θέλει να αρέσει σε ανθρώπους
Ανιστάμενος   αυτός που είναι σηκωμένος όρθιος
Ανορθώνω   σηκώνω κάτι όρθιο, αναστηλώνω
Ανόσιος   αυτός που δεν τηρεί τους θείους νόμους
Ανταναπληρώ   αναπληρώνω, συμπληρώ, προσθέτω
Ανταπόδομα   ανταπόδοση ευεργεσίας ή κακού
Αντείπωσι   αντιλέγω
Αντιβαίνω   δεν συμβιβάζομαι, πάω αντίθετα
Αντιζηλία   ανταγωνισμός, ζηλοτυπία
Αντίκειμαι   αντιβαίνω, είμαι σε αντίθετη θέση
Αντίλυτρο   αντίτιμο της εξαγοράς
Αντιστέκομαι   προβάλλω αντίσταση, δεν υποχωρώ
Αντιτάσσομαι   παίρνω εχθρική στάση
Αντίτυπο   πανομοιότυπο εντύπου, αντίγραφο
¶νυδρος   ο χωρίς νερό, ο ξερός
Ανυπόκριτος   απροσποίητος, ειλικρινής
Ανυπότακτος   αυτός που δεν υποτάσσεται
Ανώγιον   πάνω πάτωμα σπιτιού
Αξίνη   εργαλείο για σκάψιμο, τσεκούρι
Αξιώνομαι   πετυχαίνω, κατορθώνω κάτι
¶οκνος   ακούραστος, φιλόπονος, εργατικός
Απαγγέλλω   διηγούμαι, γνωστοποιώ, ομολογώ
Απαλλοτρίωση   αποξένωση
Απατηλός   παραπλανητικός, αυτός που απατά
Απαύγασμα   ακτινοβολία, λάμψη, αποτέλεσμα
Απεκδοχή   η προσδοκία
Απερίσκεπτο   αυτός που δεν εξετάζει με προσοχή
Απήλθεν   (απέρχομαι -> φεύγω από κάπου), έφυγε από κάπου
Αποβαίνω   (βαίνω) αποβιβάζω, βγαίνω, γίνομαι
Αποβάλλω   διώχνω από πάνω μου, απορρίπτω, ρίχνω
Αποβιώ   πεθαίνω
Αποδεκατίζω   λαμβάνω το 1/10 από όλα τα πράγματά μου προς όφελος των ιερέων
Αποδημώ   φεύγω από την πατρίδα μου
Αποδοχή   παραδοχή, έγκριση, επιδοκιμασία
Αποθέτω   τοποθετώ στην θέση του κάτι που κρατώ
Αποθνήσκω   πεθαίνω, αφανίζομαι
Αποκάλυψη   φανέρωση θείων μυστικών
Αποκάμνω   κουράζομαι
Αποκτεινόντων   (αποκτείνω -> σκοτώνω, εξαλείφω), αυτοί που σκοτώνουν
Απολείπω   λείπω, δεν υπάρχω
Απολλύω   καταστρέφω, αφανίζω, εξολοθρεύω
Απολύτρωση   εξαγορά, απαλλαγή, από δεινά, σωτηρία
Απολύω   λύνω δεσμά, απελευθερώνω
Αποστατώ   αλλάζω φρόνημα, στασιάζω, επαναστατώ
Απόστολος   απεσταλμένος, αγγελιοφόρος
Αποστρέφω   στρέφω προς τα οπίσω, αποκρούω, περιφρονώ
Απρόσκοπτος   αυτός που δεν συναντά εμπόδια
Αργός   νωθρός, οκνηρός, τεμπέλης
¶ρκτος (η)   αρκούδα
Αρμός   η άρθρωση, κλείδωση
Αρπαγή   βίαιη απόσπαση ξένου πράγματος, απαγωγή
Αρπάζομαι   πιάνομαι δυνατά από κάτι, κρατιέμαι
¶ρτυμα   καθετί που βάζουν για νοστιμιά στο φαγητό
Αρχιτρίκλινος   ο επιστάτης τράπεζας τριών προσκεφαλέων
Ασάλευτος   αυτός που δεν σαλεύει, δεν μετακινείται
Ασέλγεια   ακολασία, λαγνεία, ακράτεια
¶σπιλος   καθαρός, αγνός, αμόλυντος, άμεμπτος
Ατελεύτητος   αυτός που δεν έχει τέλος, άπειρος
Ατενίζω   καρφώνω, το βλέμμα μου κάπου
¶τιμο   αυτό που δεν έχει τιμή, ανήθικο
Ατμίδα (Ατμίς)   ατμός, αναθυμίαση, στήλη καπνού
Αυθαδιάζω   μιλώ ή φέρομαι με αυθάδεια, αναίδεια
Αυτάρκεια   το να αρκείται κάποιος σε όσα έχει
Αυτοπροαίρετος   αυτός που ενεργεί ελεύθερα, με την θέλησή του
Αφανίζω   καταστρέφω εντελώς, εξοντώνω , εξαλείπω
Αφανισμός   πλήρης καταστροφή, εξόντωση, κούραση
Αφεδρώνας   το μέρος όπου ρίχνονται οι ακαθαρσίες
¶φεση   συγχώρεση αμαρτιών, ελευθέρωση
Αφομοιώ   κάνω κάτι όμοιο με κάτι άλλο
Αφροσύνη   μωρία, ανοησία, έλλειψη φρόνησης
Αχρείος   αισχρός, ελεεινός ή άχρηστος, ανάξιος
¶ψινθος   πολύ πικρό φυτό, βότανο (αψυνθιά)
   www.christianity.gr | www.christians.gr | www.evagelio.gr